Ο Ήχος του Μότζαρτ

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συναυλία παρακολουθήσαμε στις 2-7-9, στο Μέγαρο (88). Το συγκρότημα Le Cercle de l' Harmonie, υπό την διεύθυνση του Jérémie Rhorer, μας παρουσίασε τρία από τα τελευταία έργα του Μότζαρτ. Μάλιστα μας τα έπαιξαν με όργανα εποχής της εποχής του Μόζαρτ και, απ’ όσο μπόρεσα να κρίνω, υιοθετώντας εν γένει όλο το ερμηνευτικό πνεύμα της ίδιας εποχής.
Μας έπαιξαν:
Α’ Μέρος
Ο μαγικός αυλός, KV 620, εισαγωγή
Κοντσέρτο για κλαρινέτο σε λα μείζονα, ΚV 622, Nicola Boud κόρνο ντι μπασέτο
Β’ Μέρος
Ρέκβιεμ, KV 626, Cornelia Götz σοπράνο, Maria Riccarda Wesseling μετζοσοπράνο, Stefano Ferrari τενόρος, Andreas Wolf μπάσος και χορωδία Les Éléments
Η αναπαράσταση του πνεύματος της εποχής από το συγκρότημα, μας έδειξε μια πολύ διαφορετική πλευρά των έργων. Πολύ πιο κοντά στον μπαρόκ ήχο, και όχι μόνο στην τεχνική αλλά και στο όγκο και την χροιά του ήχου. Επίσης το ολιγομελές του σχήματος έβγαζε στην επιφάνεια πολλές φορές διαφορετικές μουσικές φράσεις απ’ ότι έχουμε συνηθίσει και με πολύ διαφορετική ποιότητα. Ιδιαίτερα το ρέκβιεμ, που το έχουμε συνδέσει με μεγάλες ορχήστρες και τεράστιες χορωδίες, ήταν σαν το άκουγα πρώτη φορά.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η εισαγωγή του Μαγικού αυλού νομίζω πως ήταν και το λιγότερο καλό κομμάτι της βραδυάς. Μου φάνηκε άτονο, χωρίς ειρμό – δεν είχα από πού να πιαστώ για να το παρακολουθήσω – και χαώδες. Εν γένει σε πολύ λίγα σημεία μπόρεσα να μπω στη μουσική. Δεν ξέρω αν τους βγήκε ή ήταν η άποψη του μαέστρου, πάντως σε μένα δεν άρεσε αυτό που άκουσα.
Από το επόμενο όμως κομμάτι η ορχήστρα ανέβηκε σε άλλη κλάση. Το συγκεκριμένο κοντσέρο – από τα πιο γνωστά του Μότσαρτ – δεν θα έλεγα πως με συγκινούσε ιδιαίτερα, μέχρι που το διάβασα το βιβλίο του Ερικ-Εμμανουελ Σμιτ Η ζωή μου με τον Μότζαρτ. Γράφει ο Σμιτ, σε ένα άκρως λυρικό/συγκινητικό τόνο, εν είδη διαλόγου με τον Μόζαρτ (για το 2ο μέρος): Το κλαρινέτο, νανουρισμένο από τα έγχορδα, μουρμούρισε μια τρυφερή μελωδία που, με τις κατιούσες της, αποπνέει κάτι σαν γαλήνια θλίψη. Στην αρχή, φαντάστηκα ότι μου έστελνες αυτό το adagio για συμπαράσταση, μόνο και μόνο για να μου αποδείξεις ότι και συ είχες γνωρίσει τη λύπη. Μετά, όμως, καθώς το κομμάτι συνέχιζε, συνειδητοποίησα ότι άλλο πράγμα μου έλεγες. Το κλαρινέτο, όσο γλυκό και λεπτεπίλεπτο κι αν ήταν, αρνιόταν να λυγίσει, να υποταγεί στην κατάθλιψη; ανέβαινε ξανά, τραγουδούσε, ανθοβολούσε, κατάφερνε να ξεχωρίσει. Η λύπη είχε μεταμορφωθεί. Με τα αισθήματά σου είχες πλάσει ένα έργο. Η θλίψη είχε μετασχηματιστεί σε ομορφιά.
Νομίζω πως η ερμηνεία της Nicola Boud ήταν πολύ κοντά στην παραπάνω περιγραφή. Βέβαια δεν θα την χαρακτήριζα άψογη τεχνικά, αλλά είχε πάθος, ερμηνευτικό όραμα και ολοκληρομένη άποψη για το έργο. Όλα αυτά νομίζω πως βγήκαν, με αποτέλεσμα μια πολύ καλή ερμηνεία. Μάλιστα, έπαιζε με ένα corno di bassetto, στην ίδια τονικότητα για την οποία γράφτηκε αρχικά το έργο. Άξια κέρδισε το θερμότατο χειροκρότημα του κοινού στο τέλος.
Το δεύτερο μέρος ήταν αφιερωμένο στο πασίγνωστο Ρεκβιεμ. Έργο που ο συνθέτης άφησε ημιτελές και μάλιστα ο βαθμός στον οποίο το έργο είναι δική του σύνθεση είναι ακόμη θέμα μεγάλης συζήτησης.
Το ρέκβιεμ που μας έπαιξαν ήταν έργο μουσικής δωματίου. Μικρή ορχήστρα και μικρή χορωδία, μας πέρασαν ένα πνεύμα κατάνυξης μάλλον παρά το μεγαλειώδες επικό πνεύμα που αποπνέουν συνήθως οι σύγχρονες ερμηνείες. Ακόμη και το μεγαλειώδες Dies Irae, μου έφερε στο νου πολύ περισσότερο το γρηγοριανό μέλος από το οποίο κατάγεται, παρά το πνεύμα ο-φόβος-του-θεού για το οποίο είναι γνωστό. Στο ίδιο πνεύμα και οι μονωδοί και η εξαιρετική χορωδία μας παρέπεμψαν σε μια διαφορετική, πιο «ανθρώπινη» εκδοχή του έργου. Και προφανώς το ερμηνευτικπο πνεύμα του μαέστρου δεν θα μπορούσε να πάρει σάρκα και οστά δίχως την υποστήριξη μιας άρτιας τεχνικά ορχήστρας. Εν κατακλείδει, από τα καλύτερα σύνολα παλιάς μουσικής που έχω ακούσει.
Αυτά. Όλοι στο τέλος φύγαμε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά από την όμορφη βραδυά που μας επιφύλαξε το γαλλικό συγκρότημα.
Ετικέτες concert